Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Από τη Δυστοπία στην Ουτοπία

Χρόνια και αιώνες, εβδομάδες και μήνες, οι άνθρωποι ζούμε καθηλωμένοι στην καθημερινότητά μας. Βρισκόμαστε παγιδευμένοι στην ίδια, απαράλλαχτη ρουτίνα, η οποία μας κατατρώει μέρα με τη μέρα σαν το σαράκι. Στρώνουμε τα κρεβάτια μας, μαγειρεύουμε, αγοράζουμε τα τσιγάρα μας, περπατάμε, γκρινιάζουμε, ποτίζουμε, βρίζουμε, αγαπάμε... Όλα μέρος του ίδιου φαύλου κύκλου, όλα αναπόσπαστο κομμάτι μιας ζήσης ανορθόδοξα μίζερης. Ασχολούμαστε με τον εαυτό μας, με το γείτονα, με το συγγενή, με την κόρη, το γιο, το πτυχίο, την αύξηση, το συνάδελφο, την πωλήτρια, τη σκόνη, το σκύλο... Βρίσκουμε χρόνο για τα πάντα, εκτός της ίδια μας της ζωής.

Εδώ τίθεται το εξής ερώτημα: "Πώς μπορεί για τον καθένα να οριστεί η ζωή;". Σίγουρα, το τι είναι ενδιαφέρον ή θεμιτό στην καθημερινότητα του καθένα, το ορίζει ο ίδιος. Το λάθος είναι, πως μέσα σ' αυτά που μας απασχολούν, έχουμε ξεχάσει να προσθέσουμε την αλλαγή. Διότι, ποιος δε θα θελε να ζήσει για να δει ένα καλύτερο αύριο; Μια ομορφότερη πόλη, ένα μέρος χωρίς ρατσισμό, χωρίς ταξικούς διαχωρισμούς, σύνορα, "πρέπει", χωρίς μισθωτή σκλαβιά, χωρίς καταστολή; Ποιος δε θα θελε να ξυπνήσει σε έναν κόσμο ελεύθερο, άξιο να αναπνεύσεις το οξυγόνο του; Κι όμως... Πόσο λίγοι προσπαθούν, ή έστω σκέφτονται αυτή την αλλαγή;

Κάπου εδώ, θα προσπαθήσω να αναλύσω το "παράδοξο του καναπέ". Όλοι ζούμε άσχημες μέρες -κοινωνικά, ηθικά, πολιτικά, οικονομικά. Όλοι νιώθουμε θυμό και οργή, όλοι θέλουμε να "τιμωρήσουμε" τους "από πάνω". Πολλοί μιλάμε για ανατροπή, ακόμα και επανάσταση. Κι όμως, παρ' όλη την "αυτάρκεια" σε μιζέρια και αγανάκτηση, δεν κάνουμε τίποτα. Οι περισσότεροι δεν τολμούν να σηκώσουν ούτε το μικρό τους δαχτυλάκι για να αλλάξουν στο ελάχιστο -όχι την κατάσταση- μα τον εαυτό τους τον ίδιο, πρωτίστως. Κι έτσι, καταλήγουμε σε μια κοινωνία γεμάτη θυμωμένους ανθρώπους, οι οποίοι όμως δεν ξέρουν να εξωτερικεύουν σωστά την οργή τους ή φοβούνται να το κάνουν. Αυτό είναι το λεγόμενο "παράδοξο του καναπέ".

Πώς κάποιος ξεφεύγει απ' αυτό το παράδοξο; Πώς ένας ολόκληρος λαός αποκτά ελευθερία απ' τις αλυσίδες του; Το πρόβλημα έγκειται στο ότι διανύουμε την εποχή της σκέψης. Αυτό από μόνο του δεν είναι κακό. Ίσα ίσα, είναι η απάντηση στη χρόνια βαλτομένη σκέψη που έρεε με αφθονία στα κεφάλια μας. Σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, η κουλτούρα του λάιφσταιλ έχει αντικατασταθεί από κριτική σκέψη και μυαλό (όσο απίστευτο κι αν φαντάζει). Πλέον, όμως, καταφέραμε να φτάσουμε στην αντιπέρα όχθη: αγγίξαμε τη φάση που σκεφτόμαστε υπερβολικά, ξεχνώντας να δράσουμε.

Ίσως όλη αυτή η ηρεμία, είναι η γαλήνη πριν το μεγάλο ταρακούνημα. Μήπως όμως μας βολεύει να το λέμε αυτό; Καθησυχαζόμαστε πως "κάποιος", "κάποτε" θα "εμπνευστεί" να αλλάξει τα πράγματα, με ορδές ανθρώπων να τον ακολουθούν. Έχουμε ξεχάσει πως κανείς δεν γεννήθηκε πρωτοπόρος. Όλοι είμαστε υποψήφιοι ριζοσπάστες, ακόμα κι αν δεν το γνωρίζουμε.
Ξεχάσαμε, επίσης, πως δε χρειαζόμαστε ήρωες, πως δεν έχουμε ανάγκη από σωτήρες. Ο καθένας είναι "μεσσίας" του εαυτού του, κύριος των πράξεων και των σκέψεών του.
Ο μόνος δρόμος, για την αλλαγή λοιπόν, είναι η εσωτερική επανάσταση και η εξωτερίκευσή της.

Όταν ο καθένας καταφέρει να δημιουργήσει ένα ελεύθερο σύμπαν μέσα του, και μπορέσει να το επεκτείνει στον μακρόκοσμο, τότε και μόνο τότε, θα αγγίξουμε την Ουτοπία.